Déjà vu: Τι είναι τελικά;

Déjà vu

Ο κύριος Π, ένας 80χρονος Πολωνός μετανάστης και πρώην μηχανικός, γνώριζε ότι είχε προβλήματα μνήμης, αλλά η γυναίκα του τα περιέγραψε ως μία μόνιμη αίσθηση déjà vu. Αρνείται να δει τηλεόραση ή να διαβάσει εφημερίδα, καθώς ισχυρίζεται ότι τα έχει δει όλα στο παρελθόν.

Όταν βγαίνει για περίπατο, λέει ότι τα ίδια πουλιά τραγουδάνε στα ίδια δέντρα και τα ίδια αυτοκίνητα τον προσπερνούν την ίδια ώρα κάθε μέρα. Ο γιατρός του, του σύστησε να συμβουλευτεί έναν ειδικό για τη μνήμη, αλλά ο κύριος Π αρνήθηκε. Ήταν πεπεισμένος ότι είχε πάει στο παρελθόν.

Το déjà vu μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε, και όποιος το γνωρίζει, αναγνωρίζει τα συμπτώματα αμέσως. Είναι κάτι παραπάνω από μια απλή αίσθηση ότι κάτι το έχεις δει ή ζήσει κάποια φορά στο παρελθόν. Είναι μια τρομακτική, ανάρμοστη και συχνά συνταρακτική αίσθηση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Δεν μπορείς να τοποθετήσεις το πότε έγινε ακριβώς, και παίρνει τη μορφή εμμονής ή ονείρου. Υποκειμενικό, παράξενο και φευγαλέο, για να μην αναφέρουμε τις παραφυσικές εξηγήσεις που το συνοδεύουν, η μελέτη του φαινομένου αυτού έχει υπάρξει πολύ δύσκολη στο παρελθόν.

Τώρα όλα αυτά αλλάζουν, με αφορμή την περίπτωση του κυρίου Π και μιας ντουζίνας ακόμα ανθρώπων, οι οποίοι, όπως ο κύριος Π, έχουν άνοια και αισθάνονται ένα μόνιμο déjà vu, καθώς επίσης και με την ανακάλυψη μιας άλλης ομάδας ανθρώπων, επιληπτικών, οι οποίοι αισθάνονται το déjà vu λίγο πριν πέσουν σε αποπληξία. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν συνεισφέρει στην προσπάθεια των ερευνητών να συλλάβουν τη διαδικασία εν ώρα δράσης, φέρνοντας ελπιδοφόρα μηνύματα πως ίσως αυτό το παράξενο και ενοχλητικό φαινόμενο τελικά αποκρυπτογραφηθεί.

Πρωτοφανώς, το déjà vu ανοίγει ένα ενδιαφέρον παράθυρο για την κατανόηση των τρόπων με τους οποίους λειτουργεί η μνήμη. Επιπλέον, μας δίνει στοιχεία για το πώς κατανοούμε τη διαφορά μεταξύ του πραγματικού, του φανταστικού, του ονειρικού και του μνημονικού- ένα από τα πιο μυστηριώδη κομμάτια της συνειδητότητας.

Οι πρώτες βιολογικές εξηγήσεις του déjà vu είχαν βασιστεί στην ιδέα ότι δύο αισθητήρια δείγματα στον εγκέφαλο – ενδεχομένως ένα από κάθε μάτι ή κάθε ημισφαίριο του εγκεφάλου- για κάποιο λόγο αποσυχγρονίζονται, έτσι ώστε οι άνθρωποι να έχουν την αίσθηση ότι έχουν ξαναζήσει την εμπειρία. Η «νοητική διπλωπία», όπως ονομάστηκε, είναι αρκετά ελκυστικός σαν όρος, ωστόσο τα στοιχεία δεν συμφωνούν με αυτόν.

Οι πληροφορίες από τους οφθαλμούς ενώνονται πολύ νωρίς κατά τη διαδικασία της όρασης, πολύ πριν αντιληφθούμε τη σκηνή. Επιπλέον, το déjà vu, η ακριβής μετάφραση του οποίου είναι «έχω ξαναδεί», αντιπαρέρχεται με το γεγονός ότι συμβαίνει και σε τυφλούς ανθρώπους, σύμφωνα με τον Chris Moulin, ψυχολόγο του Πανεπιστημίου του Leeds στη Μεγάλη Βρετανία. Εν συνεχεία, είναι και οι περιπτώσεις ανθρώπων που προέβησαν σε χειρουργική επέμβαση για το διαχωρισμό των φλοιωδών ημισφαιρίων σε μια προσπάθεια ανακούφισης από δυσθεράπευτες περιπτώσεις επιληψίας. Εάν η ιδέα της νοητικής διπλωπίας ήταν σωστή θα περίμενε κανείς ότι θα βρίσκονταν σε μια μόνιμη κατάσταση déjà vu, ωστόσο δεν αναφέρθηκε κάτι τέτοιο.

Μία άλλη θεωρία αναδύεται ως περισσότερη αξιόπιστη. Ίσως το déjà vu είναι αίσθημα πώς έχουμε ξαναδεί κάτι επειδή ακριβώς στο παρελθόν είχαμε ζήσει κάτι παρόμοιο – τουλάχιστον μέχρι ένα βαθμό. Η ψυχολόγος Anne Cleary από το Πανεπιστήμιο του Colorado στην πόλη Fort Collins άρχισε να κοιτάζει για παράλληλα γεγονότα με το déjà vu, στην προσπάθεια της να εξηγήσει περιπτώσεις όπως όταν θέλουμε να πούμε κάτι και το έχουμε «στην άκρη της γλώσσας μας» ή όταν αναγνωρίζουμε ένα πρόσωπο αλλά δεν θυμόμαστε από πού.

«Μία θεωρία για το déjà vu είναι ότι ίσως αποτελεί μέρος της διαδικασίας της μνήμης. Τα χαρακτηριστικά της νέας κατάστασης ίσως είναι οικεία από μια παρελθοντική περίπτωση,» αναφέρει.

Τα πρώτα της πειράματα φαίνεται να υποστηρίζουν αυτή τη θεωρία. Σε ένα από αυτά, κατάφερε να επάγει οικειότητα για εικόνες διάσημων προσώπων ή τοποθεσιών, ακόμα και όταν ο θεατής δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού τα γνώριζε, παρουσιάζοντας πρώτα στους συμμετέχοντες λίστες με τα ονόματα τους. Σε μια άλλη μελέτη, οι εθελοντές ανέφεραν οικειότητα προς λέξεις, οι οποίες ήταν ηχητικά παρόμοιες με εκείνες που είχαν παρουσιαστεί σε προηγούμενη λίστα. Πάρα ταύτα, η Cleary αναγνωρίζει ότι το déjà vu δεν είναι μόνο αυτό. «Το déjà vu είναι μοναδικό επειδή δεν είναι απλώς άλλη μια στιγμή οικειότητας άλλα έχει την αίσθηση του λάθους.»

Πώς όμως το καταγράφεις αυτό; Μία πιθανότητα είναι ότι το déjà vu βασίζεται σε ένα θραύσμα της μνήμης που προέρχεται από κάτι άλλο πιο ανεπαίσθητο, όπως η ομοιότητα ανάμεσα στο σχηματισμό ή το σχεδιάγραμμα δύο σκηνών. Ας πούμε ότι βρίσκεστε στο σαλόνι του νέου σπιτιού ενός φίλου σας και έχετε την περίεργη αίσθηση ότι έχετε βρεθεί ξανά εκεί, το οποίο όμως είναι αδύνατο. Ενδεχομένως να είναι η διάταξη των επίπλων που έχετε ξαναδεί στο παρελθόν, ισχυρίζεται η Cleary, και έτσι η αίσθηση της οικειότητας μεταφέρεται σε λανθάνον τόπο.

Παρόλο που η θεωρία της οικειότητας υποστηρίζεται από πολλούς, ο Moulin δεν είναι πεπεισμένος. Ο σκεπτικισμός του προέρχεται από τη μελέτη ενός επιληπτικού, την οποία συνέταξε με τον Akira O’ΑConnor, στο Πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον, στο Σεν Λούις του Μιζούρι. Τα déjà vu, που προανήγγειλαν την επερχόμενη επιληπτική κρίση του 39χρονου, ήταν αρκετά μεγάλης διάρκειας ώστε να διεξάγουν πειράματα κατά τη διαδικασία τους. Οι ερευνητές έκριναν ότι αν η οικειότητα βρίσκεται στην καρδιά του déjà vu, τότε θα μπορούσαν να παύσουν την εμπειρία με το να αποσπάσουν την προσοχή του άνδρα από την όποια σκηνή αντίκριζε εκείνη την ώρα. Ωστόσο, όταν γύριζε το βλέμμα του αλλού, το déjà vu δεν εξαφανιζότανε, αντιθέτως ακολουθούσε την όραση και την ακοή του, υποδεικνύοντας ότι η πραγματική οικειότητα δεν είναι η απάντηση στο ερώτημα μας. Το γεγονός ότι η επιληπτική αύρα προκαλεί déjà vu υποδεικνύει ότι είναι εσφαλμένη δραστηριότητα σε συγκεκριμένο τμήμα του εγκεφάλου που καταλήγει σε εσφαλμένη αίσθηση οικειότητας, υποστηρίζει ο Moulin.

Υπνωτική ψυχοδιάσπαση

Πώς όμως; Ο Moulin και ο O’ΑConnor πιστεύουν ότι το déjà vu είναι αποτέλεσμα της αποσύνδεσης ανάμεσα στην οικειότητα και της ανάκλησης. Ξέρουμε ότι γνωρίζουμε από κάπου ένα όνομα ή ένα πρόσωπο, χωρίς όμως να μπορούμε να θυμηθούμε από πού ακριβώς το ξέρουμε. Με τον υπνωτισμό, οι Moulin και O’ΑConnor κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ακόμα πιο μυστηριώδη αίσθηση της οικειότητας, που μας οδηγεί να το αντιστοιχίσουμε με το déjà vu. Μία ομάδα ανθρώπων είχε να επιλύσει ένα πάζλ. Στη συνέχεια, και ενώ βρίσκονταν σε ύπνωση, τους είπαν ότι θα τους έδιναν το πάζλ ξανά, αλλά ότι δεν θα το θυμόντουσαν. Μία άλλη ομάδα, η οποία δεν είχε κάνει το πάζλ, τους είχαν πει ενώ ήταν υπνωτισμένοι ότι θα τους το έδιναν αργότερα και ότι θα αισθάνονταν κάποια οικειότητα, την οποία δεν θα μπορούσαν να εξηγήσουν. Και στις δύο καταστάσεις δημιουργήθηκε μια παράξενη αίσθηση οικειότητας, την οποία κάποιοι συνδέουν με το déjà vu.

Οι Moulin και O’ΑConnor ελπίζουν ότι εάν καταφέρουν να προκαλέσουν μια κατάσταση déjà vu στο εργαστήριο θα μπορούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Πιστεύουν επίσης ότι αυτά τα φαινόμενα υποστηρίζουν την θεωρία ότι η οικειότητα και η ανάκληση δεν επιδέχονται συσχέτιση, και ότι μπορεί να αισθανθείς οικειότητα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη παρόμοια εμπειρία.

Ενδεχομένως, και οι δύο θεωρητικοί, ο Moulin και η Cleary να είναι σωστοί στις θεωρίες τους. Ο μεσοφλοιός αποθηκεύει πληροφορίες σχετικά με τη χωρική διάταξη, αντί του χρόνου, τόπου και διαδοχής των γεγονότων, και επομένως συνηθισμένα αισθήματα οικειότητας προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τη διάταξη και το σχηματισμό, κάτι που έρχεται σε συμφωνία με τη θεωρία της Cleary.

Πράγματι, υπάρχουν ίσως πολλοί τρόποι να δημιουργηθεί εσφαλμένη οικειότητα, σύμφωνα με τον ψυχολόγο Alan Brown από το Πανεπιστήμιο του Southern Methodist στο Ντάλας του Τέξας, συγγραφέα του βιβλίου “The déjà vu experience” (Psychology press, 2004). Τα δικά του πειράματα μαρτυρούν κάποιες άλλες πιθανότητες. Για παράδειγμα, προκάλεσε την αίσθηση αποσπώντας τους εθελοντές ενώ έριξαν μια «γρήγορη ματιά» σε μια σκηνή και μερικά λεπτά αργότερα τους έδωσε την εικόνα να την παρατηρήσουν καλά.

«Εάν δεις μια εικόνα στα γρήγορα και κάτι σου αποσπάσει την προσοχή, και στη συνέχεια κοιτάξεις την ίδια σκηνή ξανά λίγο αργότερα, έχεις την αίσθηση ότι την έχεις ξαναδεί αλλά κάποια στιγμή στο παρελθόν,» λέει ο Brown. Προκάλεσε την ίδια αίσθηση δείχνοντας στους ανθρώπους εικόνες από πράγματα που είχαν ξεχάσει. «Όπως ο στομαχόπονος πονάει με τον ίδιο τρόπο αλλά προκαλείται από διαφορετικές διαδικασίες, το ίδιο μπορεί να συμβαίνει με το déjà vu,» συνεχίζει ο ίδιος.

Το πραγματικό πρόβλημα με το déjà vu, ωστόσο, δεν είναι το πώς έχουμε οικειότητα χωρίς αναγνώριση, αλλά το γιατί είναι τόσο ενοχλητικό. «Θα το αισθανόμασταν συνέχεια αν ήταν απλώς οικειότητα με πραγματικές εμπειρίες,» λέει ο Ed Wild από το Ινστιτούτο Νευρολογίας του Λονδίνου. Ισχυρίζεται ότι η διάθεση και το συναίσθημα είναι σημαντικοί παράγοντες στην αίσθηση του déjà vu. Χρειαζόμαστε τον κατάλληλο συνδυασμό σημάτων, όχι μόνο τη διάταξη μιας σκηνής αλλά το πώς αισθανόμαστε εκείνη την ώρα, για να πιστέψουμε ότι κάτι είναι οικείο ενώ στην ουσία δεν είναι.

Ο Moulin συμφωνεί ότι πρόκειται για θέμα βαθμού. Οι περιοχές που παρεμβάλλονται ανάμεσα στην ανάκληση, την οικειότητα και το συναίσθημα είναι πολύ στενά συνδεδεμένες. Ένα μικρό ερέθισμα θα μπορούσε να παράγει μια ήπια αίσθηση οικειότητας, ενώ ένα δυνατότερο ερέθισμα ενδεχομένως να επεκταθεί σε γειτονικές περιοχές του συναισθήματος προκαλώντας μια αίσθηση ενοχλητική, ή ακόμα και ένα κακό προαίσθημα, όπως αναφέρουν κάποιοι άνθρωποι για το déjà vu.

Ο γνωστικός νευροεπιστήμονας Stefan Kohler από το Πανεπιστήμιο του Δυτικού Οντάριο στο Λονδίνο του Καναδά, πιστεύει ότι ο ρόλος του συναισθήματος είναι καθοριστικός για την πρόκληση της αίσθησης του παράξενου που συνοδεύει το déjà vu. Πρόσφατα, του δόθηκε η δυνατότητα να δει σε εικόνα τον εγκέφαλο ενός ασθενούς που θεραπεύτηκε από επιληψία με αισθήματα déjà vu, αφαιρώντας έναν μεγάλο όγκο που ενεργοποιούσε τις επιληπτικές κρίσεις. Οι αποκομμένες περιοχές περιλαμβάνουν τμήματα του ιππόκαμπου και του μεσοφλοιού, αλλά επίσης περιελάμβαναν και την αμυγδαλή. Ισχυρίζεται ότι αυτή η περιοχή, η οποία συνδέεται στενά με το συναίσθημα, συνεισέφερε άμεσα στην πρόκληση του déjà vu.

Ο Kohler υποθέτει ότι χωρίς τον κατάλληλο συναισθηματικό ερεθισμό, ενδεχομένως ο εγκέφαλος να μην μπορεί να αναγνωρίσει ένα πρόσωπο ή τόπο που είχε δει στο παρελθόν ως πραγματικά οικείο. Από την άλλη, ο ακατάλληλος συναισθηματικός ερεθισμός ίσως μας κάνει να αισθανθούμε ότι κάτι είναι οικείο ενώ δεν είναι.

Το τελευταίο στοιχείο του déjà vu, η αίσθηση του αδύνατου, προφανώς έρχεται από τα τμήματα του εγκεφάλου που έχουν να κάνουν με τη λογική σκέψη. Σύμφωνα με τον Kohler, “όταν η λογική μας λέει ένα πράγμα, και το συναισθηματικό μας ένστικτο κάτι άλλο, τότε το αποτέλεσμα είναι μια αίσθηση του εσφαλμένου. Αυτό το τελευταίο στοιχείο λείπει από τους ανθρώπους με άνοια, όπως ο κύριος Π, οι οποίοι αποδέχονται τις εμπειρίες τους ως απολύτως φυσιολογικές.”

Ο εγκέφαλος μας αναζητά συνεχώς συσχετισμούς. Το déjà vu είναι ενδιαφέρον, λέει ο Kohler επειδή προτάσσει έναν εγκεφαλικό μηχανισμόν ο οποίος μας βοηθά να μεταφράζουμε ό,τι πράττουμε. Όταν έχεις μία θύμηση, έχεις την αίσθηση της ανάκλησης. Αισθάνεσαι ότι θυμάσαι, και όχι ότι ονειρεύεσαι. «Το déjà vu είναι ένα σφάλμα σε μια γνωστική διαδικασία, η οποία “τρέχει” στο παρασκήνιο συνεχώς. Όταν κάτι πάει στραβά, είναι έντονα κατανοητό,» λέει ο Moulin. Στην υπερβολή του, οι ασθενείς με μόνιμο déjà vu – το ονομαζόμενο déjà vecu, που σημαίνει “το έχω ξαναζήσει”- πλάθουν ιστορίες για να το εξηγήσουν.

Παρόλο που το déjà vu αρχίζει να ξετυλίγει μερικά από τα μυστικά του, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας προτού κατανοήσουμε το πώς αποφασίζουμε για το τι είναι πραγματικό, φανταστικό, ονειρικό ή εμπειρικό, και το πώς όλες αυτές οι “ταμπελίτσες” καταλήγουν σε τόσο διαφορετικές συνειδητές εμπειρίες. Οπωσδήποτε, παραμένει αρκετά μυστηριώδες για να δικαιολογήσει περαιτέρω έρευνα. Όπως λέει και ο Wild, «το déjà vu είναι μία από τις πιο παράξενες εμπειρίες που βιώνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι.»

New Scientist

Πηγή: pathfinder.gr

Κοινοποιήστε στο Facebook