Τροφικές Αλλεργίες: Μύθοι και αλήθειες

Τροφικές Αλλεργίες

Για την κ. Ι.Κ. από το Χιούστον και μητέρα τριών παιδιών, η ώρα του φαγητού ήταν ένα καθημερινό στοίχημα. Καρύδια, αυγά, σιτάρι, μοσχάρι, μπιζέλια και ρύζι ήταν όλα απαγορευμένα από τον αλλεργιολόγο των παιδιών της. Ωστόσο, πρόσφατα, η ίδια η μητέρα πληροφορήθηκε ότι οι διατροφικές συνήθειες που ακολουθούσε αυστηρά η οικογένειά της δεν χρειαζόταν να είναι τόσο περιοριστικές. Αν και τα παιδιά της έχουν επιβεβαιωμένη αλλεργία -μεταξύ άλλων στα αράπικα φιστίκια, στο γάλα και στα αυγά- λεπτομερέστατες εξετάσεις σε μεγάλο Κέντρο Αλλεργιών έδειξαν ότι στην πραγματικότητα, σε πολλές από τις «απαγορευμένες» τροφές δεν είχαν καν αλλεργία. Ο μόλις δύο ετών γιος της, ο οποίος διατρεφόταν κατά κύριο λόγο με πατάτες, φρούτα και γενικώς υποαλλεργικά προϊόντα, άρχισε να καταναλώνει σιτάρι, μπανάνες, μοσχάρι, μπιζέλια, ρύζι και καλαμπόκι.

«Η δίαιτά του είχε γίνει τόσο περιοριστική, ώστε η διατροφή του αποτελούσε καθημερινό πρόβλημα», είπε η κ. Ι.Κ., η οποία μάλιστα επισκέφθηκε το Κέντρο Εθνικής Εβραϊκής Υγείας στο Ντένβερ, προκειμένου να βρει απαντήσεις στα ερωτήματά της για τη διατροφή των παιδιών της και για τα προβλήματα εκζέματος που παρουσίαζαν. Μεταξύ άλλων, πληροφορήθηκε ότι κανένα από τα παιδιά της δεν ήταν στην πραγματικότητα αλλεργικό στο σιτάρι.

Χρήματα για συμπληρώματα

Οι γιατροί υποστηρίζουν ότι ο αριθμός λανθασμένων διαγνώσεων για τις τροφικές αλλεργίες αυξάνεται και χιλιάδες οικογένειες αποφεύγουν χωρίς λόγο μερικές τροφές, ξοδεύοντας παράλληλα πολλά χρήματα για την αγορά ακριβών, μη αλλεργιογόνων συμπληρωμάτων διατροφής. Μάλιστα, σε ακραίες περιπτώσεις, οι λανθασμένες διαγνώσεις εκθέτουν παιδιά στον κίνδυνο υποσιτισμού! Σήμερα, περισσότεροι από 11 εκατομμύρια Αμερικανοί, ανάμεσά τους τρία εκατομμύρια παιδιά, εκτιμάται ότι έχουν διατροφικές αλλεργίες, συνηθέστερα στο γάλα, στα αυγά, στα αράπικα φιστίκια και στη σόγια. H εμφάνιση αλλεργιών μεταξύ των παιδιών αυξήθηκε κατά 18% την περασμένη δεκαετία, σύμφωνα με τα Αμερικανικά Κέντρα για τον Ελεγχο και την Πρόληψη Ασθενειών (CDC) κι ενώ η αύξηση φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, άλλο τόσο αυξάνονται και οι λανθασμένες διαγνώσεις.

Η αναζήτηση του «ενόχου» οδηγεί στην ευρεία χρησιμοποίηση απλουστευμένων εξετάσεων αίματος για τον έλεγχο αντισωμάτων που θα μπορούσαν να καταδείξουν μια αντίδραση σε τρόφιμα. Οι εξετάσεις αυτές χρησιμοποιούνται σαν μια ταχεία, κατάλληλη εναλλακτική λύση απέναντι στο ενοχλητικό επιδερμικό τεστ ανίχνευσης αλλεργιών και στις χρονοβόρες «δοκιμασίες τροφικής πρόκλησης», οι οποίες καταγράφουν την αντίδραση του παιδιού αμέσως μετά την κατανάλωση ορισμένων τροφών -πάντα υπό την επίβλεψη του γιατρού.

Ενώ οι εξετάσεις αίματος μπορούν να βοηθήσουν τους γιατρούς να ταυτοποιήσουν δυνάμει επικίνδυνες τροφές, εν τούτοις δεν είναι πάντα αξιόπιστες. Για παράδειγμα, σε έκδοση (2007) του περιοδικού The Annals of Asthma, Allergy and Immunology ανακοινώθηκε έρευνα Παιδιατρικού Κέντρου του Johns Hopkins, όπου διαπιστώθηκε ότι αιματολογικά τεστ ελέγχου για αλλεργίες μπορεί να υποτιμούν ή να υπερεκτιμούν την ανοσοαντίδραση του οργανισμού. «Η μόνη αξιόπιστη δοκιμασία για να διαπιστώσετε κατά πόσον είστε αλλεργικός σε μια τροφή ή όχι είναι να δείτε αν μπορείτε να τη γευθείτε χωρίς να ακολουθήσει αντίδραση σ’ αυτή», είπε ο δρ David Fleischer, βοηθός καθηγητής Παιδιατρικής στο Κέντρο Εθνικής Εβραϊκής Υγείας. Οι γιατροί του Κέντρου αντιμετώπισαν προσφάτως την περίπτωση ενός αγοριού το οποίο τρεφόταν μέσω ειδικού σωλήνα διατροφής, αφ’ ότου τα αιματολογικά τεστ για αλλεργία έδειξαν ότι ήταν αλλεργικό σχεδόν σε όλες τις τροφές. Η δοκιμασία «της τροφικής πρόκλησης» επέτρεψε στους γιατρούς να «εισαγάγουν» πάλι 20 τροφές στη διατροφή του παιδιού, ενώ προσδοκούν ότι θα προστεθούν ακόμη περισσότερες.

Τα αιματολογικά τεστ για τον έλεγχο των αλλεργιών ενδεχομένως να είναι ασυνεπή, καθώς αποτυγχάνουν να καταγράψουν διάκριση μεταξύ παρόμοιων πρωτεϊνών σε διαφορετικές τροφές. «Η πιο σημαντική ερώτηση στη διάγνωση τροφικής αλλεργίας είναι κατά πόσον το αγόρι στο παρελθόν εμφάνισε ανεκτικότητα σ’ αυτές τις τροφές», είπε ο δρ David Fleischer.

The New York Times

Πηγή: kathimerini.gr

Κοινοποιήστε στο Facebook