Πόσο διαρκούν διάφορες λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος

Όλα θέλουν τον χρόνο τους

Πόσο διαρκεί μια φυσιολογική εγκυμοσύνη; Μην βιαστείτε να απαντήσετε «40 εβδομάδες» (ή 280 ημέρες). Πρόσφατη μελέτη του Επιδημιολογικού Κλάδου του Εθνικού Ιδρύματος Περιβαλλοντικών Επιστημών Υγείας (NIEHS) των ΗΠΑ έδειξε ότι η σωστή απάντηση απέχει παρασάγγες από αυτό.

Όπως έγραψαν οι ερευνητές προ μηνών στην επιθεώρηση «Human Reproduction», η φυσιολογική διάρκεια του τοκετού είναι οτιδήποτε μεταξύ 208 και 284 ημερών από τη στιγμή της ωορρηξίας έως τη γέννηση του μωρού.

Σύμφωνα με την έρευνά τους, η μέση διάρκεια της κυοφορίας ενός υγιούς, πλήρους ημερών βρέφους είναι 268 ημέρες ή αλλιώς 38 εβδομάδες και 2 ημέρες. Τουλάχιστον τόσο χρειάσθηκαν 125 νεαρές γυναίκες για να γεννήσουν τα μωρά τους – και οι ερευνητές κατόρθωσαν να υπολογίσουν με ακρίβεια την διάρκεια της κυήσεως, διότι άρχισαν να τις παρακολουθούν πριν μείνουν έγκυοι, ώστε να ξέρουν ακριβώς πότε έγινε η σύλληψη.

Επιπλέον, ελάχιστες από αυτές τις γυναίκες γέννησαν την ημέρα που είχαν πρόβλεψει οι μαιευτήρες που τις παρακολουθούσαν.

Τι ισχύει λοιπόν για άλλες βασικές διεργασίες της ζωής; Πόσο διαρκούν στ’ αλήθεια; Να τι είναι γνωστό για μερικές από τις σημαντικότερες.

Πέψη: Έως 3 ημέρες. Αν και η κατανάλωση ενός γεύματος είναι θέμα λεπτών, η διάσπασή του στο στομάχι, η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών του από το στομάχι και το έντερο και η αποβολή των περιττών στοιχείων του από το παχύ έντερο διαρκεί κατά μέσον όρο από 16 έως 30 ώρες, κατά τον δρα Άντον Εμάνουελ, λέκτορα Νευρογαστρεντερολογίας στο University College του Λονδίνου (UCL).

Ωστόσο, τα εξαιρετικά απλά τρόφιμα όπως τα φρούτα μπορεί να τα πέψει ο οργανισμός σε μία ώρα, ενώ τα ιδιαίτερα πολύπλοκα όπως τα χάμπουργκερ να χρειασθεί τρεις ολόκληρες μέρες, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Χαβάης.

Η πέψη είναι λίγο πιο αργή στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άντρες, κατά τον δρα Εμάνουελ, ενώ επιβραδύνεται με την ηλικία, με τη λήψη ορισμένων φαρμάκων (λ.χ. αντιυπερτασικά, αντικαταθλιπτικά), με το άγχος, με το στρες και με ορισμένα νοσήματα (λ.χ. υποθυρεοειδισμός).

Αντιθέτως, επιταχύνεται με νοσήματα όπως το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου, η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος του Crohn.

Επούλωση πληγών: Έως 2 χρόνια. Η επούλωση των πληγών στο δέρμα αρχίζει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο από τη στιγμή της βλάβης (είτε η αιτία της είναι ατύχημα είτε εγχείρηση), αλλά οι ιστοί χρειάζονται έως δύο χρόνια για να επουλωθούν πλήρως, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου Κολούμπια.

Η ουλή συνήθως χρειάζεται τρεις εβδομάδες για να δημιουργηθεί, αλλά απαιτούνται έως δύο χρόνια για να δυναμώσει αυτός ο νέος ιστός και να αποκτήσει στο μέγιστο βαθμό (συνήθως είναι το 80%) τη δύναμη του αρχικού δέρματος. Την μεγαλύτερη διάρκεια επούλωσης έχουν οι βαθιές πληγές, όπως αυτές των σοβαρών ατυχημάτων και των χειρουργικών επεμβάσεων.

Διάφορες καταστάσεις μπορεί να επιβραδύνουν τη διαδικασία αυτή – μεταξύ άλλων, ο σακχαρώδης διαβήτης, η λήψη ορισμένων φαρμάκων (λ.χ. κορτικοστεροειδών, αντιθρομβωτικών), η έλλειψη βιταμίνης C, η ηλικία και κάθε κατάσταση που μειώνει την παροχή αίματος (λ.χ. η άπνοια στον ύπνο).

Αύξηση του σωματικού βάρους: 3 ώρες. Έπειτα από την κατανάλωση ενός πλούσιου γεύματος, ο οργανισμός χρειάζεται τρεις ώρες έως ότου αποθηκεύσει σε μορφή λίπους τις περιττές θερμίδες, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Η αποθήκευση αυτή κανονικά είναι παροδική, διότι το λίπος αυτό θα χρησιμοποιηθεί σύντομα ως πηγή ενέργειας. Αν, όμως, κάποιος εξακολουθεί να τρώει υπερβολικά πολύ, το σωματικό λίπος θα εξακολουθήσει να αυξάνεται και έτσι θα παχύνει.

Αναπλήρωση του αίματος: Έως 8 εβδομάδες. Όταν ένας άνθρωπος είναι αιμοδότης ή χάνει αίμα (λ.χ. εξαιτίας ενός τραυματισμού), ο οργανισμός του χρειάζεται 24 ώρες για να αναπληρώσει το πλάσμα, 72 ώρες για τα αιμοπετάλια, 2-4 εβδομάδες για τα ερυθρά αιμοσφαίρια και 6-8 εβδομάδες για να αναπληρώσει τον σίδηρο, σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας της χώρας μας.

Οι διαφορές αυτές εξηγούν γιατί ένας αιμοδότης μπορεί να δίνει πλάσμα έως 15 φορές τον χρόνο, αιμοπετάλια έως 24 φορές τον χρόνο, αλλά ολικό αίμα έως 3 φορές τον χρόνο αν είναι γυναίκα και 4 φορές αν είναι άντρας.

Παραγωγή ούρων: Μία ώρα. Κατά μέσον όρο απαιτείται μία ώρα για να απορροφηθούν τα υγρά που πίνουμε από το έντερο και να εισέλθουν στο αίμα, για να διηθηθούν εν συνεχεία από τους νεφρούς και να φτάσουν στην ουροδόχο κύστη ως ούρα, κατά τον δρα Ρόουλαντ Ρις, χειρουργό-ουρολόγο στο Βασιλικό Νοσοκομείο της Κομητείας του Χάμπσιρ, στο Γουϊντσεστερ.

Η κατανάλωση αλκοόλ επιταχύνει αυτή τη διαδικασία, ενώ αυτή του καφέ όχι. Η ουροδόχος κύστη έχει χωρητικότητα 300 ml υγρών, οπότε οι περισσότεροι άνθρωποι πρέπει να την αδειάζουν κάθε τρεις έως τέσσερις ώρες.

Η συχνότητα αυτή αυξάνεται σε ορισμένες παθήσεις, όπως η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη και το σύνδρομο της υπερδραστήριας κύστης.

Ανάπτυξη του εγκεφάλου: 25 χρόνια. Η ανάπτυξη του εγκεφάλου αρχίζει κατά την τρίτη εβδομάδα της κυήσεως και χρειάζεται δεκαετίες για να ολοκληρωθεί. Η ταχύτητά της μετά τη γέννηση είναι μέγιστη τα 3-4 πρώτα χρόνια της ζωής, κατά τον δρα Ντέιβιντ Πράις, καθηγητή Αναπτυξιακής Νευροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.

Σε αυτή τη φάση της ζωής, ο εγκέφαλος τετραπλασιάζει το μέγεθός του και φτάνει το σχεδόν 90% εκείνου που θα έχει κατά την ενήλικη ζωή.

Η ανάπτυξή του, όμως, ολοκληρώνεται στην ηλικία των 25 ετών, όταν πια είναι πλήρως ανεπτυγμένος και ο προμετωπιαίος φλοιός – το τμήμα του εγκεφάλου πίσω από το μέτωπο, το οποίο σχετίζεται με την οργάνωση των σκέψεων, τον προγραμματισμό και τον έλεγχο των παρορμήσεων.

Μελέτη του Εθνικού Ιδρύματος Ψυχικής Υγείας (NIMH) των ΗΠΑ έδειξε ότι το τμήμα αυτό είναι υποανεπτυγμένο στους εφήβους και δεν ωριμάζει παρά χρόνια μετά την ενηλικίωση. Αυτό εξηγεί γιατί οι έφηβοι επιδεικνύουν τόσο ριψοκίνδυνες και απρόβλεπτες συμπεριφορές, σύμφωνα με τους επιστήμονες του NIMH.

Εφηβεία: 3-8 χρόνια. Η μέση ηλικία έναρξης της εφηβείας μειώνεται σταθερά και πλέον είναι τα 10,1 χρόνια για τα κορίτσια στην Ελλάδα και τα 10,9-11,3 χρόνια για τα αγόρια, σύμφωνα με μελέτη του 2011 της Γ’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών .

Από την έναρξη μέχρι την ολοκλήρωσή της όμως μεσολαβούν κατά μέσον όρο 3-5 χρόνια για τα κορίτσια και 5-8 χρόνια για τα αγόρια, κατά τον δρα Μαρκ Βάντερπαμπ, ενδοκρινολόγο στο Νοσηλευτικό Οργανισμό Royal Free London NHS Foundation Trust.

Ανάπτυξη των πνευμόνων: 18-22 χρόνια. Οι πνεύμονες δημιουργούνται έως την 16η εβδομάδα της κυήσεως, αλλά εξακολουθούν να αναπτύσσονται έως την ηλικία των 18 ετών για τις γυναίκες και των 22 ετών για τους άνδρες, κατά τον δρα Τζων Χέντερσον, καθηγητή Παιδιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ.

Από κει και πέρα η αναπνευστική ικανότητα σταδιακά φθίνει – με τον ρυθμό φθοράς να είναι πολύ μεγαλύτερος σε όσους καπνίζουν, διάγουν καθιστική ζωή ή εισπνέουν συστηματικά χημικά.

Η μέγιστη αναπνευστική ικανότητα επιτυγχάνεται στις ίδιες ηλικίες, αλλά μπορεί να είναι μικρότερη στα παιδιά των καπνιστών, σε όσα εκδηλώνουν χρόνια πνευμονολογικά νοσήματα όπως το άσθμα, στα παιδιά που έχουν γεννηθεί πρόωρα και σε όσα έχουν χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση, προσθέτει.

«Αυτό σημαίνει πως όταν εκ φύσεως αρχίσει η φθίνουσα πορεία της, αρχίζει κανείς από χαμηλότερο επίπεδο, οπότε διατρέχει αυξημένο κίνδυνο πνευμονολογικών νοσημάτων αργότερα στη ζωή», εξηγεί.

Εμμηνόπαυση: 2-10 χρόνια. Η μέση ηλικία έναρξης της εμμηνόπαυσης είναι τα 51 χρόνια, αλλά το εύρος της κυμαίνεται από 40 έως 55 χρόνια, κατά τον δρα Βάντερπαμπ.

Οι περισσότερες γυναίκες εκδηλώνουν τα τυπικά συμπτώματά της (λ.χ. εξάψεις, νυχτερινές εφιδρώσεις) επί δύο πρώτα χρόνια, αλλάυπάρχουν και περιπτώσεις που διαρκούν έως 10 χρόνια, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια.

Όσο νεώτερη είναι μία γυναίκα όταν μπαίνει στην εμμηνόπαυση, τόσο πιθανότερο είναι να υποφέρει επί πολλά χρόνια από τα συμπτώματά της, προσθέτει ο δρ Βάντερπαμπ.

Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ

Κοινοποιήστε στο Facebook